Ο ρόλος κιναισθητικής (σωματικής) μάθησης στη εκπαιδευτική διαδικασία. Γιατί κάποια παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν κινούνται;

Γιατί κάποια παιδιά μαθαίνουν καλύτερα όταν κινούνται;

Η μαθησιακή διαδικασία δεν είναι ίδια για όλα τα παιδιά. Κάποια χρειάζονται περισσότερο χρόνο και επανάληψη, ενώ άλλα φαίνεται να αφομοιώνουν πληροφορίες πιο αποτελεσματικά όταν εμπλέκεται το σώμα τους. Η ανάγκη για κίνηση δεν αποτελεί ένδειξη διάσπασης ή έλλειψης ενδιαφέροντος, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο επεξεργασίας της πληροφορίας.

Η κιναισθητική μάθηση, αναφέρεται στη συμμετοχή του σώματος στη διαδικασία κατανόησης και εμπέδωσης νέας γνώσης καιέχει αναγνωριστεί από τη σύγχρονη εκπαιδευτική ψυχολογία ως σημαντικός υποστηρικτικός μηχανισμός, ιδιαίτερα για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή /και ΔΕΠ-Υ.

Η κατανόηση της σημασίας της κίνησης στο μάθημα βοηθά τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να προσαρμόσουν τη διδασκαλία έτσι ώστε η μάθηση να γίνει πιο αποτελεσματική και λιγότερο αγχωτική.

Θεωρητικό Πλαίσιο

Τα παιδιά οικοδομούν τη γνώση μέσα από ενεργή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Η παθητική παρακολούθηση δεν είναι πάντα αποτελεσματική, ιδιαίτερα όταν απαιτείται η εσωτερική επεξεργασία πληροφοριών. Η σωματική εμπλοκή, επομένως, δεν αποτελεί «προσθήκη» στη μάθηση, αλλά βασικό στοιχείο της γνωστικής ανάπτυξης ( Jean Piaget) .

Ορισμένα παιδιά οργανώνουν τη σκέψη τους αποτελεσματικότερα όταν η μάθηση συνοδεύεται από κίνηση, χειρονομίες ή βιωματικές δραστηριότητες (Howard Gardner).

Η ενσωμάτωση σωματικών δραστηριοτήτων στη μάθηση μπορεί να ενισχύσει την αφομοίωση πληροφοριών, την κατανόηση εννοιών και τη συγκράτηση λεξιλογίου σε ξένες γλώσσες.

Σε παιδιά με ΔΕΠ-Υ, η πλήρης ακινησία δεν αποτελεί απαραίτητα προϋπόθεση συγκέντρωσης και μπορεί να επιβαρύνει την προσοχή και να μειώσει την αποτελεσματικότητα της μάθησης.

Αντίθετα, η κινητική δραστηριότητα βοηθά στην αυτορρύθμιση της προσοχής και τον έλεγχο της συμπεριφοράς (Russell Barkley).

Παιδαγωγικές Επιπτώσεις

Η αναγνώριση της σημασίας της κιναισθητικής μάθησης έχει άμεσες συνέπειες στη διδασκαλία:

· Η ανάγκη για κίνηση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ή απροθυμίας, αλλά διαφορετικού μαθησιακού στυλ.

· Η συνεχής απαίτηση για στατική συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει κόπωση, άγχος και χαμηλή συμμετοχή.

· Η ενσωμάτωση κίνησης μπορεί να αυξήσει τη συγκράτηση πληροφοριών, τη συμμετοχή και τη θετική εμπλοκή του παιδιού στη διαδικασία μάθησης.

· Η κίνηση λειτουργεί ως εργαλείο ρύθμισης της προσοχής, όχι ως “παράκαμψη” της μάθησης.

Πρακτική Εφαρμογή

Στην πράξη, η κιναισθητική μάθηση μπορεί να εφαρμοστεί με πολλούς τρόπους στη διδασκαλία ξένων γλωσσών:

Χρήση χειρονομιών για να συνοδεύσουν λέξεις ή φράσεις (π.χ. δράσεις, συναισθήματα).

Μετακίνηση σε διαφορετικά σημεία της τάξης για κατηγοριοποίηση λέξεων ή γραμματικών δομών.

Ρυθμικές δραστηριότητες ή σύντομα κινητικά διαλείμματα για ανανέωση συγκέντρωσης.

Πολυαισθητηριακές ασκήσεις που συνδυάζουν ακουστικά, οπτικά και σωματικά ερεθίσματα.

Η κίνηση εντάσσεται οργανικά στο μάθημα, με σαφή πλαίσιο και όρια, ώστε να υποστηρίζει τη μάθηση και όχι να αποσπά την προσοχή.

Η κιναισθητική μάθηση είναι ουσιαστικός υποστηρικτικός μηχανισμός, ιδιαίτερα για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή/ και ΔΕΠ-Υ. Η αναγνώριση των διαφορετικών μαθησιακών προφίλ και η προσαρμογή της διδασκαλίας όχι μόνο διευκολύνει τη μάθηση, αλλά ενισχύει και την αυτοεκτίμηση και τη θετική εμπλοκή των παιδιών.

Η προσαρμογή της διδασκαλίας στη φυσική ανάγκη του παιδιού για κίνηση δεν μειώνει τις απαιτήσεις. Αντίθετα, αυξάνει τις πιθανότητες ουσιαστικής, βιωματικής μάθησης.